Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014

Το μοιρολόγι της φώκιας (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης )

 

ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙ της φώκιας είναι από τα ωραιότερα διηγήματα του Παπαδιαμάντη· δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1908. Νεότερη Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία (Β΄ Γενικού Λυκείου - Επιλογής) - Βιβλίο Μαθητή (Εμπλουτισμένο)  από το Ψηφιακό Σχολείο
 
Κάτω από τον κρημνόν, οπού βρέχουν τα κύματα, όπου κατέρχεται το μονοπάτι, το αρχίζον από τον ανεμόμυλον του Μαμογιάννη, οπού αντικρίζει τα Μνημούρια, και δυτικώς, δίπλα εις την χαμηλήν προεξοχήν του γιαλού, την οποίαν τα μαγκόπαιδα του χωρίου, οπού δεν παύουν από πρωίας μέχρις εσπέρας, όλον το θέρος, να κολυμβούν εκεί τριγύρω, ονομάζουν το Κοχύλι —φαίνεται να έχη τοιούτον σχήμα— κατέβαινε το βράδυ βράδυ η γρια-Λούκαινα, μία χαροκαμένη πτωχή γραία, κρατούσα υπό την μασχάλην μίαν αβασταγήν,* δια να πλύνη τα μάλλινα σινδόνιά της εις το κύμα το αλμυρόν, είτα να τα ξεγλυκάνη εις την μικράν βρύσιν, το Γλυφονέρι, οπού δακρύζει από τον βράχον του σχιστολίθου, και χύνεται ηρέμα εις τα κύματα. Κατέβαινε σιγά τον κατήφορον, το μονοπάτι, και με ψίθυρον φωνήν έμελπεν* εν πένθιμον βαθύ μοιρολόγι, φέρουσα άμα την παλάμην εις το μέτωπόν της, δια να σκεπάση τα όμματα από το θάμβος του ηλίου, οπού εβασίλευεν εις το βουνόν αντικρύ, κι αι ακτίνες του εθώπευον κατέναντί της τον μικρόν περίβολον και τα μνήματα των νεκρών, πάλλευκα, ασβεστωμένα, λάμποντα εις τας τελευταίας του ακτίνας.
Ενθυμείτο τα πέντε παιδιά της, τα οποία είχε θάψει εις το αλώνι εκείνο του χάρου, εις τον κήπον εκείνον της φθοράς, το εν μετά το άλλο, προ χρόνων πολλών, όταν ήτο νέα ακόμη. Δύο κοράσια και τρία αγόρια, όλα εις μικράν ηλικίαν της είχε θερίσει ο χάρος ο αχόρταστος.
Τελευταίον επήρε και τον άνδρα της, και της είχον μείνει μόνον δύο υιοί, ξενιτευμένοι τώρα· ο εις είχεν υπάγει, της είπον, εις την Αυστραλίαν, και δεν είχε στείλει γράμμα από τριών ετών· αυτή δεν ήξευρε τι είχεν απογίνει· ο άλλος ο μικρότερος εταξίδευε με τα καράβια εντός της Μεσογείου, και κάποτε την ενθυμείτο ακόμη. Της είχε μείνει και μία κόρη, υπανδρευμένη τώρα, με μισήν δωδεκάδα παιδιά.
Πλησίον αυτής, η γρια-Λούκαινα εθήτευε τώρα, εις το γήρας της, και δι' αυτήν επήγαινε τον κατήφορον, το μονοπάτι, δια να πλύνη τα χράμια* και άλλα διάφορα σκουτιά* εις το κύμα το αλμυρόν, και να τα ξεγλυκάνη στο Γλυφονέρι.
Η γραία έκυψεν εις την άκρην χθαμαλού, θαλασσοφαγωμένου βράχου, και ήρχισε να πλύνη τα ρούχα. Δεξιά της κατήρχετο ομαλώτερος, πλαγιαστός, ο κρημνός του γηλόφου, εφ' ου* ήτο το Κοιμητήριον, και εις τα κλίτη* του οποίου εκυλίοντο αενάως προς την θάλασσαν την πανδέγμονα* τεμάχια σαπρών ξύλων από ξεχώματα, ήτοι ανακομιδάς ανθρωπίνων σκελετών, λείψανα από χρυσές γόβες ή χρυσοκέντητα υποκάμισα νεαρών γυναικών, συνταφέντα ποτέ μαζί των, βόστρυχοι από κόμας ξανθάς, και άλλα του θανάτου λάφυρα. Υπεράνω της κεφαλής της, ολίγον προς τα δεξιά, εντός μικράς κρυπτής λάκκας, παραπλεύρως του Κοιμητηρίου, είχε καθίσει νεαρός βοσκός, επιστρέφων με το μικρόν κοπάδι του από τους αγρούς, και, χωρίς ν' αναλογισθή το πένθιμον του τόπου, είχε βγάλει το σουραύλι από το μαρσίπιόν* του, και ήρχισε να μέλπη φαιδρόν ποιμενικόν άσμα. Το μοιρολόγι της γραίας εκόπασεν εις τον θόρυβον του αυλού, και οι επιστρέφοντες από τους αγρούς την ώραν εκείνην —είχε δύσει εν τω μεταξύ ο ήλιος— ήκουον μόνον την φλογέραν, κι εκοίταζον να ιδώσι πού ήτο ο αυλητής, όστις δεν εφαίνετο, κρυμμένος μεταξύ των θάμνων, μέσα εις το βαθύ κοίλωμα του κρημνού.
 
Μία γολέτα ήτο σηκωμένη στα πανιά, κι έκαμνε βόλτες εντός του λιμένος. Αλλά δεν έπαιρναν τα πανιά της, και δεν έκαμπτε ποτέ τον κάβον τον δυτικόν. Μία φώκη, βοσκούσα εκεί πλησίον, εις τα βαθιά νερά, ήκουσεν ίσως το σιγανόν μοιρολόγι της γραίας, εθέλχθη* από τον θορυβώδη αυλόν του μικρού βοσκού, και ήλθε παραέξω, εις τα ρηχά, κι ετέρπετο εις τον ήχον, κι ελικνίζετο εις κύματα. Μία μικρά κόρη, ήτο η μεγαλυτέρα εγγονή της γραίας, η Ακριβούλα, εννέα ετών, ίσως την είχε στείλει η μάνα της, ή μάλλον είχε ξεκλεφθή από την άγρυπνον επιτήρησίν της, και μαθούσα ότι η μάμμη* ευρίσκετο εις το Κοχύλι, πλύνουσα εις τον αιγιαλόν, ήλθε να την εύρη, δια να παίξη ολίγον εις τα κύματα. Αλλά δεν ήξευρεν όμως πόθεν ήρχιζε το μονοπάτι, από του Μαμογιάννη τον μύλον, αντικρύ στα Μνημούρια, και άμα ήκουσε την φλογέραν, επήγε προς τα εκεί και ανεκάλυψε τον κρυμμένον αυλητήν και αφού εχόρτασε ν' ακούη το όργανόν του και να καμαρώνη τον μικρόν βοσκόν, είδεν εκεί που, εις την αμφιλύκην* του νυκτώματος, εν μικρόν μονοπάτι, πολύ απότομον, πολύ κατηφορικόν, κι ενόμισεν ότι αυτό ήτο το μονοπάτι, και ότι εκείθεν είχε κατέλθει η γραία η μάμμη της· κι επήρε το κατηφορικόν απότομον μονοπάτι δια να φθάση εις τον αιγιαλόν να την ανταμώση. Και είχε νυκτώσει ήδη.
Η μικρά κατέβη ολίγα βήματα κάτω, είτα είδεν ότι ο δρομίσκος εγίνετο ακόμη πλέον απόκρημνος. Έβαλε μίαν φωνήν, κι επροσπάθει ν' αναβή, να επιστρέψη οπίσω. Ευρίσκετο επάνω εις την οφρύν ενός προεξέχοντος βράχου, ως δύο αναστήματα ανδρός υπεράνω της θαλάσσης. Ο ουρανός εσκοτείνιαζε, σύννεφα έκρυπταν τα άστρα, και ήτον στην χάσιν του φεγγαριού. Επροσπάθησε και δεν εύρισκε πλέον τον δρόμον πόθεν είχε κατέλθει. Εγύρισε πάλιν προς τα κάτω, κι εδοκίμασε να καταβή. Εγλίστρησε κι έπεσε, μπλουμ! εις το κύμα. Ήτο τόσον βαθύ όσον και ο βράχος υψηλός. Δύο οργυιές ως έγγιστα.* Ο θόρυβος του αυλού έκαμε να μη ακουσθή η κραυγή. Ο βοσκός ήκουσεν ένα πλαταγισμόν, αλλά εκείθεν όπου ήτο, δεν έβλεπε την βάσιν του βράχου και την άκρην του γιαλού. Άλλως δεν είχε προσέξει εις την μικράν κόρην και σχεδόν δεν είχεν αισθανθή την παρουσίαν της.
 
Καθώς είχε νυκτώσει ήδη, η γραία Λούκαινα είχε κάμει την αβασταγήν της, και ήρχισε ν' ανέρχεται το μονοπάτι, επιστρέφουσα κατ' οίκον. Εις την μέσην του δρομίσκου ήκουσε τον πλαταγισμόν, εστράφη κι εκοίταξεν εις το σκότος, προς το μέρος όπου ήτο ο αυλητής.
— Κείνος ο Σουραυλής θα είναι, είπε, διότι τον εγνώριζε. Δεν του φτάνει να ξυπνά τους πεθαμένους με τη φλογέρα του, μόνο ρίχνει και βράχια στο γιαλό για να χαζεύη... Σημαδιακός κι αταίριαστος είναι.
Κι εξηκολούθησε τον δρόμον της.
 
Κι η γολέτα εξηκολούθει ακόμη να βολταντζάρη εις τον λιμένα. Κι ο μικρός βοσκός εξηκολούθει να φυσά τον αυλόν του εις την σιγήν της νυκτός.
Κι η φώκη, καθώς είχεν έλθει έξω εις τα ρηχά, ηύρε το μικρόν πνιγμένον σώμα της πτωχής Ακριβούλας, και ήρχισε να το περιτριγυρίζη και να το μοιρολογά, πριν αρχίση τον εσπερινόν δείπνον της.
Το μοιρολόγι της φώκης, το οποίον μετέφρασεν εις ανθρώπινα λόγια εις γέρων ψαράς, εντριβής* εις την άφωνον γλώσσαν των φωκών, έλεγε περίπου τα εξής:
 
 


Αυτή ήτον η Ακριβούλα
η εγγόνα της γρια-Λούκαινας.
Φύκια 'ναι τα στεφάνια της,
κοχύλια τα προικιά της...
κι η γριά ακόμη μοιρολογά
τα γεννοβόλια της τα παλιά.
Σαν να 'χαν ποτέ τελειωμό
τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου.
     





 

αβασταγή: μπόγος.
έμελπεν: ρ. μέλπω, τραγουδώ.
χράμια: υφαντά, στρωσίδια.
σκουτιά: ρούχα.
εφ' ου: πάνω στο(ν) οποίο.
κλίτη, τα: οι πλαγιές.
πανδέγμων: αυτός που δέχεται τα πάντα.
μαρσίπιον: (υποκορ. του μάρσιπος)· δερμάτινος σάκος, τορβάς.
εθέλχθη: ρ. θέλγομαι· γοητεύομαι.
μάμμη: γιαγιά.
αμφιλύκη: το βραδινό φως, το μούχρωμα.
ως έγγιστα: περίπου.
εντριβής: βαθύς γνώστης.
 
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

Στο διήγημα υπάρχουν πολλά μερικότερα θέματα (σκηνές, εικόνες, αναφορές) που σχετίζονται είτε με τη ζωή είτε με το θάνατο. Να τα επισημάνετε. Ποια σημασία νομίζετε ότι έχει η αντιπαράθεσή τους για το διήγημα;
Η παρουσία του θανάτου γίνεται αισθητή από την αρχή κιόλας του κειμένου πρώτα – πρώτα μέσω του τίτλου κι αμέσως μετά με την αναφορά στα Μνημούρια, το νεκροταφείο της περιοχής, με το χαρακτηρισμό της γριάς-Λούκαινας ως χαροκαμένης αλλά και με το πένθιμο μοιρολόγι της. Ο θάνατος συνεχίζει να κυριαρχεί στο κείμενο με την εικόνα των μνημάτων, που λάμπουν στον ήλιο, καθώς και με την αναφορά στα πένθη της ηρωίδας. Ακολούθως, η μακάβρια εικόνα των υπολειμμάτων του νεκροταφείου που κυλούν από το γήλοφο προς τη θάλασσα, επαναφέρει θεαματικά το θάνατο στη σκέψη του αναγνώστη. Ο θάνατος αποκτά εν τέλει πρωταγωνιστική θέση στο διήγημα με τη σκηνή του θανάτου της Ακριβούλας και ολοκληρώνει την παρουσία του με το μοιρολόγι της φώκιας και τον υπαινιγμό του δείπνου της.
Η παρουσία της ζωής στο διήγημα δηλώνεται στην αρχή με την αναφορά στα παιδιά που κολυμπούν στο γιαλό, επανέρχεται με τον απολογισμό της γριάς-Λούκαινας για τα παιδιά της που έχουν επιζήσει και κορυφώνεται με την αναφορά στο εύθυμο άσμα του βοσκού που βρίσκεται κρυμμένος σε κάποιο κοίλωμα δίπλα στο νεκροταφείο. Στη συνέχεια η αναφορά στην Ακριβούλα που ξεφεύγει από την προσοχή της μητέρας της για να παίξει κοντά στη γιαγιά της, καθώς και η αναφορά στη φώκια που λικνίζεται στα κύματα υπό των ήχων της φλογέρας, επαναφέρουν τη ζωή στο προσκήνιο.
Οι αναφορές στο θάνατο που εναλλάσσονται με τις αναφορές στη ζωή παρουσιάζουν με έμφαση τη βασική αντίθεση του κειμένου, καθώς ο Παπαδιαμάντης επιθυμεί να δηλώσει στο διήγημά του πως όσο κι αν φαίνεται τραγικό, η ζωή συνεχίζει την πορεία της ακάθεκτη, παρά τη συνεχή παρουσία του θανάτου. Παρά τη μεγάλη αγάπη που έχουμε στους ανθρώπους που φεύγουν, παρά τον πόνο που βιώνουμε για το χαμό τους, η ζωή δεν μπορεί παρά να συνεχίσει την πορεία της. Η σκέψη αυτή, μάλιστα, γίνεται ακόμη πιο έντονη στην υπαινικτική αναφορά του γεύματος της φώκιας, η οποία θρηνεί το νεκρό σώμα της Ακριβούλας, με σκοπό να τραφεί από αυτό.

Με ποια επιμέρους περιστατικά προετοιμάζεται ο πνιγμός της Ακριβούλας, ώστε να μη συμβεί κατά τρόπο αυθαίρετο;Ο θάνατος της Ακριβούλας, που αποτελεί το κεντρικό περιστατικό του κειμένου, προετοιμάζεται από το συγγραφέα αφενός με τις συχνές αναφορές στο θάνατο που δημιουργούν στον αναγνώστη την αίσθηση πως κάποιος επιπλέον θάνατος επίκειται, κι αφετέρου με την αναφορά στο γεγονός ότι το μικρό κορίτσι έφυγε κρυφά από τη μητέρα του. Η Ακριβούλα ξεκινά μόνη της να βρει τη γιαγιά της χωρίς όμως να γνωρίζει ακριβώς που ξεκινά το μονοπάτι που θα την οδηγούσε σ’ αυτή. Η μικρή ηλικία του παιδιού, η μυστική του απόδραση από το σπίτι και η άγνοια της περιοχής, προοικονομούν το θανάσιμο κίνδυνο του παιδιού, το οποίο μάλιστα παρασύρεται από το τραγούδι του βοσκού κι εγκλωβίζεται σ’ ένα απότομο μονοπάτι. Η κατάσταση του κοριτσιού που φαντάζει αρκετά επικίνδυνη, χειροτερεύει καθώς νυχτώνει και δεν μπορεί πια να δει καθαρά το χώρο γύρω της. Το γεγονός ότι κανείς δεν ακούει την κραυγή της αλλά και η αδυναμία της να εντοπίσει το σωστό δρόμο για να γυρίσει πίσω, καθιστούν πλέον την κατάστασή της οριακή, οπότε το γλίστρημά της από το γκρεμό έρχεται πλέον με φυσικό τρόπο στην αφήγηση και δεν εκπλήσσει τον αναγνώστη.

Το διήγημα αρχίζει με μοιρολόγι (της γριάς Λούκαινας) και τελειώνει με μοιρολόγι (της φώκιας). Ποιο μεταδίδει ισχυρότερη συγκίνηση; Μπορείτε να εξηγήσετε γιατί;

Ισχυρότερη συγκίνηση μεταδίδει το μοιρολόγι της φώκιας, καθώς το μοιρολόγι της γριάς Λούκαινας αναφέρεται σε πένθη που τοποθετούνται πολύ μακριά στο παρελθόν και αφορούν πρόσωπα που δεν είναι οικεία στον αναγνώστη. Αντιθέτως, το μοιρολόγι της φώκιας αναφέρεται σ’ ένα τραγικό θάνατο που έχεις μόλις συμβεί και τον οποίο οι αναγνώστες έχουν παρακολουθήσει με αγωνία από την πρώτη νύξη κινδύνου (την απομάκρυνση του κοριτσιού από τη μητέρα της) μέχρι το μοιραίο γλίστρημα που κατέληξε στον πνιγμό του μικρού παιδιού. Επιπλέον, πρόκειται για το μοναδικό θρήνο που δέχεται η Ακριβούλα, καθώς ο θάνατός της έχει περάσει απαρατήρητος από τους ανθρώπους που βρίσκονται κοντά της. Ούτε η γιαγιά της γνωρίζει πως η εγγονή της βρίσκεται πνιγμένη στην ακτή, ούτε ο βοσκός συνειδητοποίησε πως ο πλαταγισμός που άκουσε προκλήθηκε από την πτώση ενός μικρού παιδιού.

Στο διήγημα, προς το τέλος, μετά τον πνιγμό της Ακριβούλας, παρατηρούμε την επανάληψη του ρήματος «εξηκολούθει» που αναφέρεται κατά σειρά στη γρια-Λούκαινα, στη γολέττα, στο βοσκό. Ποιο νομίζετε ότι είναι το νόημα αυτής της επανάληψης;Η επανάληψη του ρήματος «εξηκολούθει» έρχεται να τονίσει το βασικό μήνυμα του διηγήματος, πως ο θάνατος -οποιοσδήποτε θάνατος, όσο τραγικός κι αν είναι αυτός- δεν μπορεί να διακόψει την πορεία της ζωής. Η ζωή συνεχίζει ακάθεκτη την πορεία της, έστω κι αν πεθαίνει ένα μικρό κορίτσι, έστω κι αν ο θάνατος αυτός θα προκαλέσει ανείπωτη πίκρα στους δικούς της. Η ζωή τόσο με τις χαρές που έχει να προσφέρει, όσο και με τους καημούς που προκαλεί στους ανθρώπους, συνεχίζει και οι άνθρωποι που παραμένουν ζωντανοί θα συνεχίσουν να υπομένουν τις πίκρες αλλά και να γεύονται τις απολαύσεις της.

Πώς διαγράφεται η μορφή της γριάς Λούκαινας μέσα στο διήγημα;

Η γριά Λούκαινα είναι μια φτωχή, ηλικιωμένη γυναίκα που έχει πληρώσει ακριβό τίμημα στο χάρο, αφού έχει ήδη χάσει πέντε από τα παιδιά της, αλλά και τον άντρα της. Τώρα πια ζει κοντά στη μοναδική κόρη που της απέμεινε και κάνει δουλειές γι’ αυτή, ώστε να της είναι χρήσιμη και να μην την επιβαρύνει με την παρουσία της. Η γριά Λούκαινα έχει ακόμη δύο παιδιά, δύο αγόρια, τα οποία όμως έχουν ξενιτευτεί, οπότε η θλίψη για τα παιδιά της που πέθαναν, καθώς και γι’ αυτά που έχουν φύγει, ακολουθεί διαρκώς τη γερόντισσα και την ωθεί στο συνοδεύει τις εργασίες της μ’ ένα πένθιμο μοιρολόγι. Η ζωή της μοιάζει στιγματισμένη από τα πένθη και τους καημούς, γι’ αυτό και στο άκουσμα του εύθυμου άσματος του βοσκού ενοχλείται και τον θεωρεί κακό οιωνό.

Η γριά Λούκαινα ως το τέλος του διηγήματος δεν αντιλαμβάνεται τον πνιγμό. Νομίζετε ότι αυτό είναι αρετή ή αδυναμία του διηγήματος;Το ότι η γιαγιά του παιδιού δεν έχει αντιληφθεί τον πνιγμό του, αποτελεί αρετή του διηγήματος, καθώς ενισχύει την τραγική ειρωνεία που έχει ήδη δημιουργηθεί από την αίσθηση της γριάς Λούκαινας ότι ο νεαρός βοσκός είναι σημαδιακός, ότι η παρουσία του δηλαδή προμηνύει κάτι κακό, και παράλληλα εντείνει την τραγική αίσθηση που μας μεταδίδει το διήγημα. Η γριά Λούκαινα συνεχίζει το δρόμο της προς το σπίτι, θρηνώντας για τα πένθη του παρελθόντος και πιθανότατα πιστεύοντας πως έχει ήδη πληρώσει ακριβό τίμημα στο χάρο, χωρίς όμως να γνωρίζει πως την ίδια στιγμή το άψυχο σώμα της Ακριβούλας μοιρολογείται από μια φώκια. Η γνώση που έχει ο αναγνώστης για τη νέα αυτή απώλεια της γριάς Λούκαινας τονίζει παράλληλα την τραγικότητα των στίχων του μοιρολογιού της φώκιας: κι η γριά ακόμη μοιρολογά / τα γεννοβόλια της τα παλιά. / Σαν να ‘χαν ποτέ τελειωμό / τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου.

Το διήγημα τελειώνει με τρόπο όχι ρεαλιστικό, αλλά ποιητικό. Στο διήγημα προϋπάρχουν ποιητικά στοιχεία που κορυφώνονται στο τέλος. Ποια είναι αυτά;Το μοιρολόγι που κλείνει το διήγημα και που διατυπώνει με ποιητικό τρόπο το μήνυμα που θέλει να μας μεταδώσει ο συγγραφέας δίνεται από μια φώκια και όχι από κάποιο από τα πρόσωπα της ιστορίας, στοιχείο που πέρα από την τραγική ειρωνεία που ενέχει, υπηρετεί και την ποιητικότητα του κειμένου. Τα ποιητικά στοιχεία του διηγήματος βέβαια ξεκινούν από το εύθυμο άσμα του βοσκού, που ενοχλεί μεν τη γριά Λούκαινα αλλά θέλγει τη φώκια και παρασύρει και παράλληλα παγιδεύει την Ακριβούλα. Επίσης, ποιητικό στοιχείο αποτελεί και η εικόνα της γολέτας που επιχειρεί να απομακρυνθεί από το λιμάνι αλλά παραμένει εγκλωβισμένη λόγω της νηνεμίας. Η ποιητικότητα, άλλωστε, του κειμένου γίνεται αισθητή κι από την εικόνα που μας δίνει ο συγγραφέας όπου παράλληλα και παρά το θάνατο του μικρού κοριτσιού, η χαροκαμένη γιαγιά του παιδιού συνεχίζει την πορεία της επιστροφής, ο βοσκός συνεχίζει το τραγούδι του και η γολέτα συνεχίζει τις βόλτες της στο λιμάνι.

Στοιχεία Ρεαλισμού στο διήγημα «Το μοιρολόγι της φώκιας»

Στο συγκεκριμένο διήγημα μπορούμε να εντοπίσουμε την παρουσία των βασικότερων χαρακτηριστικών του ρεαλισμού.
Υπάρχει μια τάση προς την αντικειμενικότητα: Ο συγγραφέας μας παρουσιάζει την ιστορία της γριάς-Λούκαινας και τον τραγικό χαμό της εγγονής της, καταγράφοντας τα γεγονότα, όπως συνέβησαν, χωρίς την παρέμβαση δικών του σχολίων και σκέψεων σχετικά με τη δύσκολη ζωή της γερόντισσας.
Παρατηρούμε, δηλαδή, μια πιστή αναπαράσταση της πραγματικότητας, η οποία δίνεται με τρόπο αντικειμενικό που επιτρέπει στον αναγνώστη να σχηματίσει τη δική του άποψη, χωρίς ο συγγραφέας να επιχειρεί να τον επηρεάσει συναισθηματικά με τη χρήση φορτισμένης γλώσσας και περιττού μελοδραματισμού (αφήνει τα γεγονότα να μιλήσουν μόνα τους).
Μπορούμε εύκολα να αντιληφθούμε τη διάθεση του συγγραφέα να αφήσει ανεπηρέαστο τον αναγνώστη, διαβάζοντας τα γεγονότα που συνθέτουν το παρελθόν της γριάς-Λούκαινας: «Ενθυμείτο τα πέντε παιδιά της, τα οποία είχε θάψει εις το αλώνι εκείνο του χάρου, εις τον κήπον εκείνον της φθοράς, το εν μετά το άλλο, προς χρόνων πολλών, όταν ήτο νέα ακόμη. Δύο κοράσια και τρία αγόρια, όλα εις μικράν ηλικίαν της είχε θερίσει ο χάρος ο αχόρταγος.» Η απώλεια αυτή των πέντε παιδιών, που δίνεται συνοπτικά -σε λίγες μόλις γραμμές- θα μπορούσε να είχε αποτελέσει μια αναδρομική αφήγηση, με λεπτομερή απόδοση του πόνου της τραγικής μητέρας, φορτίζοντας με ιδιαίτερη συναισθηματική ένταση το κείμενο. Εντούτοις ο Παπαδιαμάντης επιλέγει να αναφερθεί επιγραμματικά στον θάνατο των πέντε παιδιών, αφήνοντας τον αναγνώστη να αισθανθεί και να κατανοήσει μόνος του τι σήμαινε η απώλεια αυτή για τη γριά-Λούκαινα και πόσο την είχε επηρεάσει.
Διαπιστώνουμε, επίσης, την κριτική στάση του συγγραφέα απέναντι στην κοινωνία, καθώς μέσα από μια απλή, καθημερινή δραστηριότητα της ηρωίδας του κειμένου (δια να πλύνη τα μάλλινα σινδόνια της εις το κύμα το αλμυρόν), βρίσκει την ευκαιρία να παρουσιάσει τη δύσκολη ζωή της, τονίζοντας τόσο τις τραγικές απώλειες που βίωσε, όσο και τη φτώχεια της, που την αναγκάζει ακόμη και σε μια προχωρημένη ηλικία να εργάζεται σκληρά, προκειμένου να μην αισθάνεται ότι αποτελεί βάρος για την κόρη της, κοντά στην οποία μένει.
Η δύσκολη ζωή της ηρωίδας, άλλωστε, αποτελεί κοινό θέμα και κοινή εμπειρία για τις γυναίκες εκείνης της εποχής, οι οποίες ήταν υποχρεωμένες να εργάζονται αδιάκοπα από την παιδική τους κιόλας ηλικία μέχρι το τέλος της ζωής τους, υπομένοντας την οικονομική ανέχεια και τους πολλαπλούς θανάτους που σημάδευαν τις φτωχές οικογένειες με την ανύπαρκτη ιατρική περίθαλψη. Όσο κι αν η ζωή της γριάς-Λούκαινας μοιάζει εξαιρετικά σκληρή για τα σημερινά δεδομένα, αποτελούσε κοινό τόπο για τις γυναίκες παλαιότερων δεκαετιών, που δε γνώριζαν τίποτε άλλο πέρα από τη συνεχή δουλειά, τον πόνο, την οικονομική εξαθλίωση και τις απώλειες.

Στοιχεία Νατουραλισμού στο διήγημα «Το μοιρολόγι της φώκιας»

Ο νατουραλισμός ακολουθεί το ρεαλισμό στη μιμητική απεικόνιση της πραγματικότητας και στην επιλογή κοινών θεμάτων, με τη διαφοροποίηση ότι στα πλαίσια του νατουραλισμού ο συγγραφέας επιχειρεί να δείξει πώς διαμορφώνεται η ηθική συμπεριφορά των ατόμων, για να δείξει ότι είναι δέσμιοι εξωτερικών δυνάμεων. Παρατηρούμε, δηλαδή, την αρνητική στάση της γριάς-Λούκαινας απέναντι στην εύθυμη διάθεση του βοσκού, που με τη μελωδία της φλογέρας του διαταράσσει την πένθιμη ατμόσφαιρα γύρω από το νεκροταφείο. Η ηρωίδα, που σε όλη της τη ζωή θρηνεί τους θανάτους των δικών της, αδυνατεί να αποδεχτεί την ευδαιμονική διάθεση του νεαρού. Η αδυναμία της αυτή, βέβαια, έχει προέλθει ως αποτέλεσμα εξωτερικών δυνάμεων, της φτώχειας και του θανάτου, που έχουν οριστικά στιγματίσει την ψυχή της.
Στο νατουραλισμό, επίσης, παρατηρούμε μια επιμονή στην εξονυχιστική περιγραφή και στη φωτογραφική λεπτομέρεια, ιδίως προκλητικών θεμάτων. Βλέπουμε, έτσι, το συγγραφέα να περιγράφει με λεπτομέρεια τη πλαγιά του γηλόφου, που βρισκόταν το νεκροταφείο, καταγράφοντας τα μακάβρια λάφυρα του θανάτου, τα οποία έχοντας ξεθαφτεί κατά τις ανακομιδές των νεκρών, κυλούσαν προς τη θάλασσα.
Επιπλέον, διαπιστώνουμε τον αναλυτικό τρόπο με τον οποίο περιγράφεται ο πνιγμός της Ακριβούλας, καθώς και το φρικτό υπονοούμενο για την κατάληξη του μικρού παιδιού: «Κι η φώκη, καθώς είχεν έλθει έξω εις τα ρηχά, ηύρε το μικρόν πνιγμένον σώμα της πτωχής Ακριβούλας, και ήρχισε να το περιτριγυρίζη και να το μοιρολογά, πριν αρχίση τον εσπερινόν δείπνον της.» 


Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης «Η Μαυρομαντηλού», ως παράλληλο για το Μοιρολόγι της φώκιας

«Ο σκόπελος ο καλούμενος Μαυρομαντηλού δεν θ’ απέχει πλείονας ή τριάκοντα οργυιάς από της παραλίας, όπου ανοίγεται γραφική ωραία αγκάλη περιβάλλουσα το κύμα ορμητικόν κατά της ακτής χωρούν, αμβλύ προσπίπτον επί της άμμου και υπ’ αυτής καταπινόμενον.
   Εκεί βλέπει χωρικήν γυναίκα κύπτουσαν επί τον αιγιαλόν, πλύνουσαν ράκη τινά παρά την άκραν της αμμουδιάς, εις την ρίζαν ενός βράχου, εξέχοντος προς την θάλασσαν, επικαμπούς επί το κύμα, όπου τα νερά ήρχιζον να βαθύνωνται. Ο βράχος ούτος εκαλείτο «Μύτικας» και ήτο εξ εκείνων, αφ’ ων οι κολυμβηταί κατά το θέρος συνηθίζουσι να εκτελώσι τα εκπληκτικά εκείνα εις την θάλασσαν άλματα.
   Ο υιός της γυναικός ταύτης, παιδίον επταετές, διαλαθών την προσοχήν της μητρός, είχεν αναρριχηθεί επιτηδείως εις το ύψος του βράχου.
   Αίφνης η μήτηρ του, αισθανθείσα όπισθέν της εκ του αορίστου κενού την απουσίαν του παιδίου, στρέφεται, υψώνει την κεφαλήν και τον βλέπει επί της κορυφής του βράχου, τείνοντα εις τα εμπρός τους γρόνθους, κύπτοντα την κεφαλήν, και παιδικούς γρυλλισμούς εκβάλλοντα.
   Ο μικρός, όστις είχεν ιδεί κατά το προλαβόν θέρος καολυμβητάς πηδώντας αφ’ ύψους του βράχου τούτου, εξετέλει μιμικήν, ότι τάχα ήθελε να δώσει βουτιά από τον Μύτικα, ως κάμνουσιν οι έφηβοι και οι ακμαίοι νεανίσκοι.
   Η μήτηρ του ήρχισε να τον καλεί πλησίον της. Ο Γιαννιός, όστις εσκάλιζε με την αρπάγην του πέριξ της Μαυρομαντηλούς, ήκουε τας φωνάς της γυναικός ταύτης: «Κατέβα, αρέ δαίμονα, αρέ λύκε ξιδάτε!»
   Αλλ’ ο μικρός εκώφευεν. Η μήτηρ οργισθείσα ανέτεινεν τον κόπανόν της, δι’ ου έτυπτε τα λευκαινόμενα ράκη προς το μέρος του βράχου και τον επέσειεν απειλητικώς προς τον παίδα· «Έννοια σ’, αρέ σκάνταλε, έννοια σ’, χάρε μαύρε! Το βράδ’, σα ’ρθεί ο πατέρας σ’ απ’ το χωράφ’, δώσε λόγο».
   Εκεί, καθώς επέμενε να εκτελεί τους μίμους του ο μικρός, αδιαφορών προς τας κραυγάς της μητρός του, κύπτων ολίγον βαθύτερον, ολισθαίνει, εκβάλλει πεπνιγμένην κραυγήν, και πίπτει μετά πλαταγισμού εις την θάλασσαν.
   Το κύμα θα είχε βάθος πλέον ή διπλούν αναστήματος ανδρός. Βυθίζεται εις τον πόντον, και πάλιν ανέρχεται εις την επιφάνειαν, και ασπαίρει, και παραδέρνει, και είτα βυθίζεται εκ δευτέρου.
   Η γυνή μίαν αφήκε σπαρακτικήν, διάτορον κραυγήν, και πελιδνή, περίτρομος, αγρία, καθώς εκράτει τον κόπανόν της, επιβαίνει εις το κύμα. Φθάνει μέχρι της οσφύος, είτα μέχρι του στέρνου, και με τον κόπανον αγωνιά να φθάσει το παιδίον πνιγόμενον ήδη και το δεύτερον εξαφανισθέν. Αλλ’ ως ήτο επόμενον, διά της δίνης, ην εσχημάτιζεν ο κόπανος εις το κύμα, απεμάκρυνε μάλλον το αγωνιών σώμα, ή το προσήγγιζεν εις την χείρα της μητρός. Αύτη έκραξε και πάλιν βοήθειαν, αλλά την στιγμήν εκείνην ουδείς των επιστρεφόντων εις την πολίχνην χωρικών ευρίσκετο εκεί πλησίον.»

Σε ό,τι αφορά τη μορφή μπορούμε να επισημάνουμε ότι και στα δύο κείμενα έχουμε αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο, από έναν παντογνώστη αφηγητή.
Χρήση της καθαρεύουσας για το κυρίως αφηγηματικό μέρος και τις περιγραφές, ενώ έχουμε δημοτική όταν ο λόγος δίνεται σε κάποιο από τα πρόσωπα της ιστορίας. (Όταν μιλά η μητέρα στη Μαυρομαντηλού και τη μία φορά που ακούμε τη γριά-Λούκαινα να σχολιάζει το βοσκό, στο Μοιρολόγι)
Στο περιεχόμενο οι ομοιότητες έχουν να κάνουν με τα δύο παιδιά που ξεφεύγουν από την προσοχή της μητέρας τους και βρίσκονται στην άκρη ενός βράχου. Κοινό στοιχείο φυσικά είναι και η πτώση τους στη θάλασσα. (Να σημειωθεί ότι και στις δύο περιπτώσεις τονίζεται το βάθος της θάλασσας.  Στη Μαυρομαντηλού μάλιστα για να τονίσει ο συγγραφέας το ύψος του βράχου χρησιμοποιεί την ίδια έκφραση που χρησιμοποιεί και στο Μοιρολόγι για να αποδώσει το βάθος της θάλασσας: ως δύο αναστήματα ανδρός υπεράνω της θαλάσσης / είχε βάθος πλέον ή διπλούν αναστήματος ανδρός)
Κοινή είναι και η αναφορά στην ενασχόληση των δύο γυναικών, που έχουν πάει στη θάλασσα για να πλύνουν ρούχα.
Επίσης, όπως η κραυγή της Ακριβούλας δεν ακούγεται από κανέναν, έτσι και τις φωνές της μητέρας που ζητούσε βοήθεια δεν τις ακούει κανείς, αφού όλοι βρίσκονται πολύ μακριά

Δεν υπάρχουν σχόλια :